ευπέτεια

εὐπέτεια και ιων. τ. εὐπετείη, ἡ (Α) [ευπετής]
1. ευκολία, ευχέρεια
2. αφθονία, περίσσεια
3. αδυναμία, καχεξία, μαρασμός τού σώματος.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὐπετείᾳ — εὐπετείᾱͅ , εὐπέτεια ease fem dat sg (attic doric aeolic) εὐπετείᾱͅ , εὐπέτεια ease fem dat sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπέτεια — ease fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπετείας — εὐπετείᾱς , εὐπέτεια ease fem acc pl εὐπετείᾱς , εὐπέτεια ease fem gen sg (attic doric aeolic) εὐπετείᾱς , εὐπέτεια ease fem acc pl (ionic) εὐπετείᾱς , εὐπέτεια ease fem gen sg (attic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπετείη — εὐπέτεια ease fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐπέτειαν — εὐπέτεια ease fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.